17.12.13

Ψάρεμα από το νέτ ,εορταστικό.




Μια πολύ καλή μου φίλη, μου είχε πει ότι μερικά κείμενα πρέπει να τα έχουμε στο κομοδίνο μας και κάθε βράδυ πριν κοιμηθούμε να τους ρίχνουμε μια ματιά ....Αυτό που θα διαβάσετε είναι ένα από αυτά!!
Από 9 ετών κατάλαβα ότι η υγεία και η ζωή δεν είναι δεδομένα στη ζωή, όταν ένα πρωινό, στην τρίτη δημοτικού, η μητέρα μου έπαθε εγκεφαλικό. Ξαφνικά, το σπίτι βρέθηκε ακέφαλο, ο πατέρας μου μαγείρευε φασολάδες και η μητέρα μου, στο νοσοκομείο, έδινε μάχη για την υγεία της ενώ εμείς προσπαθούσαμε, φοβισμένες από τη συγκλονιστική αλλαγή, να συγκεντρωθούμε στα μαθήματά μας.
Αυτό ήταν το πρώτο μάθημα που πήρα για τις αλλαγές δεδομένων στη ζωή.
Όλοι οι Έλληνες της δικής μας γενιάς πήραμε τα πρόσφατα χρόνια άλλα μαθήματα για το τι είναι δεδομένο στη ζωή: ούτε η οικονομία της χώρας μας, ούτε το σπίτι μας, ούτε η δουλειά μας, ούτε η σύνταξη των γονιών μας αποδείχτηκαν «σιγουράκια». Τη μια στιγμή έχεις χρήματα, την άλλη πρέπει να διαλέξεις αν θα πληρώσεις την εφορία ή το σούπερ μάρκετ. Τη μια στιγμή ένας φίλος είναι εδώ, την άλλη, έχει φύγει να ζήσει στο εξωτερικό για πάντα!
Τελικά, ίσως θα ήταν καλό να μαθαίναμε από τα 14 ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Καλά, για την υγεία, δεν το συζητώ, ας είμαστε ευγνώμονες που την έχουμε.
Αλλά μήπως και τόσοι άνθρωποι δεν θεωρούνται δεδομένοι από το σύντροφό τους; Όλα ξεκινάνε από ένα μεγάλο έρωτα ή ενθουσιασμό και καταλήγουν να θεωρούν τον άλλο «δεμένο γάιδαρο», ώσπου ο «γάιδαρος» γίνεται «πουλί» και πετάει και ο σύντροφος πέφτει από τα σύννεφα.
«Ποιος; Ο Γιώργος; Ούτε γυρίζει να κοιτάξει άλλη γυναίκα!» Ναι γιατί έχει παράλληλη σχέση με δύο. «Η Μαρία; Κορώνα στο κεφάλι της έχει τον Νίκο!» Μόνο που έχει για εραστή τον κουμπάρο.
Είναι πια δεδομένο ότι θα πάρεις σύνταξη στην εταιρία που προσλήφθηκες κάποτε; Όχι, αφού, κατά μέσο όρο μπορεί να αλλάξεις και 5 επαγγέλματα στη ζωή σου. Το φανταζόσουν όταν σπούδαζες στη Φιλοσοφική;
Τίποτα δεν είναι δεδομένο ούτε οι άνθρωποι, ούτε οι δουλειές, ούτε οι οικονομίες μας, ούτε οι φίλοι, ούτε η υγεία, ούτε ο καφές της Κυριακές.
Αυτό, τώρα τι σημαίνει; Να κρατάμε «πισινή» ή «καβάτζες» φτιάχνοντας με το νόμο των πιθανοτήτων μια λίστα από όσα μπορούν να πάνε στραβά;
Ίσως το μάθημα να είναι ακριβώς το αντίθετο. Να εκτιμάμε ό,τι έχουμε τη μέρα που το έχουμε, όσο το έχουμε. Να εκτιμάμε την υγεία μας, τους ανθρώπους μας – φίλους και συγγενείς – το όποιο μεροκάματο, τη μέρα της λιακάδας, το Κυριακάτικο φαγητό με την οικογένειά μας, το σπίτι για το οποίο πληρώνουμε φόρους, τον έρωτά μας.
Όλα αξίζουν την προσοχή μας. Δίνοντάς τους σημασία όταν τα ζούμε ή όταν τα έχουμε, αυξάνουμε την ένταση της ικανοποίησης που νιώθουμε από την εμπειρία αυτή. Μην τα αφήνουμε να περνάνε στο «ντούκου» επειδή εγωιστικά πιστεύουμε ότι είναι αυτονόητα. Μπορεί να είναι μας, όχι όμως για τις συμπτώσεις και για τα γεγονότα της ιστορίας, της οικογένειας, της σχέσης μας. Αν ήταν αυτονόητα και δεδομένα δεν θα άλλαζαν ποτέ.
Όμως, η ζωή μας ταράζει με τις αλλαγές της. Μας γυρνάει σα σβούρα, σαν να φάγαμε ένα χαστούκι. Ίσως, μας φέρνει και απροσδόκητα καλά. Όμως οι δυσάρεστες ανατροπές είναι δεδομένες
Επομένως, για να το εκφράσω θετικά, από εμάς εξαρτάται σε ποιες στιγμές, εμπειρίες, ή πρόσωπα γυρνάμε το βλέμμα ή την καρδιά μας. Όταν τα έχουμε ή όταν τα ζούμε ας νιώσουμε πόσο πολύτιμα είναι σήμερα. Αύριο ίσως δεν υπάρχουν.

22.7.13

θ'ανατέλλω κουφάλες:         Ο νάρκισσος πεθαίνει από το είδωλό του.

θ'ανατέλλω κουφάλες:         Ο νάρκισσος πεθαίνει από το είδωλό του.

         Ο νάρκισσος πεθαίνει από το είδωλό του, ανίδεοι    Στις 21 Iουλίου(την κυριακή που μας πέρασε) η νεο-ναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή...


Συνέχεια εδώ : Πάτα το λίνκ που δείχνει το βελάκι ----->  ΠΑΤΑ ΕΔΩ !

17.10.12

Facebook (Greece). True stories

Αλίευση και δημοσίευση :





Στις 10.00 ήταν εκεί. Και στις 11.00 ήταν εκεί. Και στις 12.00 εκεί θα ‘ναι. Τον βλέπεις. Το στίγμα του. Τα likes που «χτυπάει» σε φίλους και γνωστούς. Τα βίντεο που ποστάρει. Τα σκορ και τις πίστες που περνάει τη μία μετά την άλλη. Bubble Witch Saga 68, Bubble Witch Saga 69, χαρίζει «ζωούλες», βοηθάει στην «ανοικοδόμηση» κάστρων στο Castleville, στέλνει «καλημέρες».

Για λίγο χάνεται. Μπορεί να τσεκάρει τα e-mails του, κάποια απάντηση, ίσως, από τα εξακόσια βιογραφικά που έστειλε, αλλά τίποτα.

Σε βλέπει κι εκείνος. Like από ‘δω, like κι από εκεί, like και παραπέρα. Μόνο likes. Δεν σου μιλάει. Φοβάται. Δύο πράγματα: μην του ζητήσεις δουλειά, ακόμη και ένα «έχε με στο νου σου», τον τρομοκρατεί και μετά να παραδεχτεί ότι είναι  κι εκείνος άνεργος. Δεν έχει σημασία που οι άλλοι 450 φίλοι του στο Face είναι άνεργοι ή απλήρωτοι ή και τα δύο ή ακόμη χειρότερα δουλεύουν απλήρωτοι για μήνες. Όχι. Όταν το παραδέχεται φωναχτά, για την ακρίβεια γραπτά, - ένα μήνυμα στο inbox είναι κάτι που μπορεί να μη διαγράψεις και ποτέ -, πονάει περισσότερο.

Και μετά είναι και οι πιθανές απαντήσεις του παραλήπτη σε μία τέτοια παραδοχή. «Υπομονή», «κουράγιο», «κάτι θα γίνει», «κι αυτό θα περάσει», «ο καλός δεν χάνεται» είναι ατάκες λοβοτομής. Και μετά όλα εκείνα τα"πιλάφια" αυτοβοήθειας για ανέργους, όλα εκείνα τα spam mail για «ημέρες καριέρας», «σεμινάρια δημιουργητικότητας», «δεύτερες ευκαιρίες»...Τα έχει ακούσει  όλα τόσες φορές, όταν τα βλέπει και γραμμένα, ζαλίζεται, ανακατεύεται, δεν θέλει.

Γιατί μπαίνει; Γιατί μένει τόσες ώρες; Για να μη νιώθει μόνος; Αφού φοβάται. Δεν θέλει επαφές. Δεν πειράζει. Ο κόσμος εξακολουθεί να κινείται στην μπάρα κύλισης του Face. Κάτι είναι κι αυτό. Η ελπίδα σε κόκκινα τετραγωνάκια στα «μηνύματα», στις «ειδοποιήσεις» και στα “friend requests”.

Δεν είναι ότι κατασκοπεύει παλιούς φίλους, γνωστούς και συναδέλφους, δεν είναι επιλογή, του ‘γινε, όμως, συνήθεια. Παλιά, ξυπνούσε, έπινε καφέ, ντυνόταν βιαστικά και έφευγε για δουλειά. Τώρα λείπουν τα δύο τελευταία και κρατιέται από τις ζωές των άλλων που όσο πάει, όμως, μοιάζουν με τη δική του.

Προσπαθεί να μην απελπίζεται, να μη «σκαλώνει» σε ηλίθιες συμβουλές, -«βγες, ντύσου, πήγαινε μια βόλτα!»- (πού να πάει, μεγάλε μου, πόσες βόλτες να πάει πια, πόσο να γυρίσει και με τι λεφτά;), προσπαθεί να βρει κάτι ατακαδόρικο να ποστάρει, που, όμως, να ‘ναι και ανώδυνο, μην ανοίξει μεγάλο πατιρντί στα σχόλια, μην εκτεθεί, μην υπάρξει χαραμάδα να δουν οι άλλοι στη ζωή του.

Κάποιες μέρες μελαγχολεί, «ανεβάζει» τραγούδια απ’ το "You Tube" το ένα «καπάκι» με τ’ άλλο, πεθαίνει – καίγεται για λίγα likes παραπάνω,αποδοχή το λένε στην κανονική ζωή και εκεί άμα δεν την έχει πάντα, μπορεί και σκασίλα του, εδώ τον πειράζει, τον ενοχλεί, πότε πότε τον εξαγριώνει.

Άλλες μέρες, έχει κέφια, κάνει σχόλια, γράφει κατεβατά, νιώθει ότι συμμετέχει, μαθαίνει νέα και μετά ένα σχόλιο, ένα άθλιο emoticon αποδοκιμασίας μέσα στον μικρόκοσμο του ψηφιακού Χουλκ, τον γκρεμίζει απ’ την καρέκλα. Το δωμάτιο του πέφτει στενό, ξεφυσάει, γελάει με τον εαυτό του που τον ρίχνουν πράγματα που παλιότερα θα τα ξέχναγε στο επόμενο λεπτό, τώρα τα βλέπει «κρεμασμένα» στον «τοίχο» του και πρέπει να φανεί και γενναίος, να μην τα σβήσει.

Τον βλέπεις. Διαβάζει άρθρα, πηδάει από το ένα site στο άλλο, βιάζεται να «σβήσει» από το timeline του τα σκορ από τα παιχνίδια που έπαιξε, από τα καμένα groups που μπήκε από περιέργεια, μην προλάβει κανείς να μαντέψει πόσες άδειες ώρες γεμίζουν ένα δικό του 24ωρο «χωρίς προφανές αντικείμενο απασχόλησης», μαθαίνει νέα, η μία γέννησε, ο άλλος αρρώστησε, κάποιος πέθανε, κάποιος μπετόβλακας «κλαίει» διαδικτυακά κάποιον που δεν γνώρισε ποτέ.

Αλλάζει και ξαναλλάζει τη φωτογραφία του προφίλ του, τη διορθώνει, ανεβάζει παλμούς, όταν το “unfriend finder” του φτύνει στο πρόσωπο πόσοι του άδειασαν τη γωνιά σήμερα, τσακίζεται να καταλάβει αν τον «ξέκαναν» από φίλο ή απλώς, έκαναν κάτι που εκείνος κωλώνει: έσβησαν το προφίλ τους.

Η μέρα τελειώνει, κι αυτή η μέρα τελειώνει, θυμάται τη Ζατέλλη που σε μια συνέντευξη της έλεγε ότι «οι μέρες περνάνε, οι ώρες δεν περνάνε», κοιτάει δυο πτυχία κορνιζαρισμένα στον πραγματικό του τοίχο, φωτογραφίες από γραφεία που πέρασε, δουλειές που δούλεψε, συνάδελφοι, τι να ‘γιναν όλοι αυτοί;

«Περνάνε, όπως περνάω; Μαζεύουν στα κρυφά απλήρωτους λογαριασμούς από το γραμματοκιβώτιο και χάνονται στα κλεφτά στην εσωτερική σκάλα για να μην πέσουν μούρη με μούρη με τη διαχειρίστρια;».

Αν δεν ντρεπόταν, αν ήξερε πώς να μην ντρέπεται, ένας Θεός ξέρει ΓΙΑΤΙ ντρέπεται, θα σκανάριζε κανά δυο τέτοια και θα τα ‘τριβε στη μούρη της «φίλης» που ακόμη ανεβάζει φωτογραφίες από ακρογιαλιές και δειλινά με λεζάντες “halara potakia stin Oia” και 846 likes από κάτω. Δεν θα το κάνει, εννοείται.

Αυτό που ζει, δεν επιδέχεται ούτε share ούτε comments. Και όχι, δεν ζηλεύει. Και είναι ακόμη δυνατός. Για πόσο – ακόμη – δεν ξέρει. Θα το μάθει αύριο. Ανοίγοντας κόκκινα τετραγωνάκια ειδοποιήσεων και πληκτρολογώντας άγκιστρα και τριάρια σε όσους τον θυμούνται. Για ώρες. Για όλη τη μέρα. Μπροστά στο Facebook.

πηγή : --------->  http://www.lifo.gr/guests/heavydutygoldfish/33130


31.7.12

Είμαστε οι καλύτεροι στον κόσμο ?



πηγή :  http://www.oneman.gr/




Δεν είμαστε οι καλύτεροι στον κόσμο

Η Ελλάδα είναι η καλύτερη σε πολλά πράγματα. Όχι όμως σε όλα. Κι αυτό είναι - απ' ό,τι φαίνεται - πολύ δύσκολο να το αποδεχτούμε.


Είναι θεμιτό να κυνηγάς την πρωτιά, να την ποθείς και να την διεκδικείς μέχρις εσχάτων. Καμιά φορά όμως πρέπει να αποδέχεσαι και την πραγματικότητα. Ότι δεν είσαι πάντα ο καλύτερος. Για την ακρίβεια είσαι σπάνια ο καλύτερος. Ο ανταγωνισμός βλέπεις είναι μεγάλος.
Ας βάλουμε λίγο νερό στο κρασί μας. Ας αποδεχτούμε ότι η κορυφή του Έβερεστ δεν έχει θέση μόνο για έναν και μάλιστα Έλληνα αλλά για πολλούς. Και ενίοτε χρειάζεται να κατέβουμε εμείς από την κορυφή για να ανέβει κάποιος άλλος. Γιατί είναι το αποτέλεσμα της δουλειάς που έχει κάνεις ως κράτος ή άτομο. Ή πολύ πιο απλά επειδή είναι η σειρά του.
Το γράφω αυτό με αφορμή την Τελετή Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων και την αγωνία στα Social Media να βροντοφωνάξουμε ότι η δική μας τελετή ήταν καλύτερη. Που ναι, ήταν πολύ καλύτερη η δική μας. Αλλά ομολογώ ότι δεν ξέρω αν την ονομάζω καλύτερη ως αντικειμενικός κριτής ή με τον ίδιο τρόπο που μια μάνα βλέπει πιο όμορφο το παιδί της.
Το πρόβλημα είναι ότι σαν έθνος έχουμε πάντα την ανάγκη να συγκρίνουμε εαυτούς και να αυτο-ανακηρυσσόμαστε πρώτοι. Κι αυτό είναι κάτι που με ενοχλεί.
 
Πιθανότατα σε μια κουβέντα που κάποιος θα έπαιρνε το μέρος των Βρετανών, να έπαιρνα εγώ την ασπίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και να εφορμούσα ως γνήσιος πατριώτης. (Έτσι δεν κάνει άλλωστε ο άνθρωπος πολύ συχνά; Μπροστά σε έναν φονταμενταλιστή πατριώτη παίρνει το μέρος του αδυνάτου και τούμπαλιν.) Ήταν όμως τέτοιο το μένος για την τελετή, που είπα να πάρω το μέρος – όχι των Άγγλων – αλλά όλων των άλλων.
Είμαι πατριώτης και Ελληνάρας και εθνικιστής όταν χρειάζεται. Ριζοσπαστικός, αδιάλλακτος και πεισματάρης. Αλλά απολαμβάνω ιδιαίτερα εκείνες τις ανθρώπινες στιγμές που ο καθένας βάζει τον εγωισμό και τον πατριωτισμό του στην άκρη. Για να μην απαξιώσει την προσπάθεια κάποιου άλλου πολίτη του κόσμου, απλά και μόνο για να εξάρει το δικό του έργο.

Υπερήφανοι ως Έλληνες

Πάντα σε κάτι τέτοια περιστατικά θυμάμαι έναν συγκάτοικο που είχα στο Λονδίνο. Πηγαίναμε σε μια pub να παίξουμε μπιλιάρδο και λησμονούσε τα Λαδάδικα. Κάναμε βόλτα στον Τάμεση και μου έδειχνε φωτογραφίες από τον Άλιμο. Τρώγαμε sunday roast σε ένα εστιατόριο και αποθέωνε τα σουβλάκια. Βλέπαμε Gordon Ramsey στην τηλεόραση και μου μίλαγε για τις συνταγές της Τασίας. Μόνο στο Old Trafford δεν γύρισε να μου πει ότι του λείπει το Καυταντζόγλειο.
Μας αρέσει να μιλάμε για τα δικά μας πράγματα, τους δικούς μας ανθρώπους και τα δικά μας επιτεύγματα. Να λέμε ότι οι παραλίες μας είναι οι πιο ωραίες στον κόσμο, να λέμε ότι οι μαθηματικοί μας είναι οι πιο προηγμένοι στον κόσμο, να λέμε ότι η κουζίνα μας είναι η καλύτερη στον κόσμο, να λέμε ότι οι δικοί μας αγώνες ιστορικά ήταν ανώτεροι από των άλλων λαών και η δική μας ελευθερία πιο τιμημένη και πονεμένη από των άλλων.
Απαξιώνοντας τους άλλους δεν κερδίζουμε τίποτα
 
Είναι λάθος και μάλιστα πολύ σοβαρό να θεωρούμε ότι ένας λαός δεν έχει ιστορία, δεν έχει μνήμη, δεν έχει ικανότητες και φωτεινές εξαιρέσεις. Η Ελλάδα είναι η γενέτειρα του πολιτισμού και των επιστημών. Και ως τέτοια οφείλουν όλες οι χώρες του κόσμου να την σέβονται. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει εμείς ως Έλληνες να απαξιώνουμε την όποια ιστορία των Αμερικανών, των Γερμανών, πόσο μάλλον των Κινέζων, των Αιγυπτίων και εν προκειμένω των Βρετανών. Όποια κι αν είναι αυτή η μακρόχρονη ή βραχεία ιστορία τους.
Το να υπερηφανεύεσαι για τον τόπο σου είναι θεμιτό και στοιχείο παιδείας και πολιτισμού. Η Ελλάδα άλλωστε δημιούργησε κάτι μοναδικό. Δημιούργησε το αμάξωμα για να στηθεί πάνω του ένα παγκόσμιο αυτοκίνητο. Με μηχανή από την Ευρώπη, πόρτες από την Ασία, παράθυρα από την Αμερική και φινίρισμα από την Αφρική. Αν δεν υπήρχαν οι υπόλοιποι λαοί, ίσως είχαμε μείνει με το αμάξωμα. Κι αυτό είναι κάτι που δεν το κατανοούμε και δύσκολα το δεχόμαστε.

Ένα σκονισμένο λάβαρο που το λένε Αρχαία Ελλάδα

Όταν εμείς ανακαλύπταμε την φυσική, οι άλλοι ήταν ακόμα στα δέντρα. Ναι. Υπήρξε εποχή που ήμασταν ο ομφαλός τη γης. Που ήμασταν οι πρώτοι και καλύτεροι. Που οι άλλοι δεν τολμούσαν να κατέβουν από τα δέντρα γιατί δεν μπορούσαν να μας συναγωνιστούν σε κανένα απολύτως επίπεδο. Κατέβηκαν όμως από τα δέντρα. Και τίμησαν και τιμούν τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό με μαθήματα στα πανεπιστήμιά τους, με αναφορές στην ιστορία τους, με την αδιάκοπη τουριστική εμμονή με την Ελλάδα, τον Παρθενώνα και όσα έχει αυτός ο τόπος να επιδείξει. Οφείλουμε όμως να προχωρήσουμε παραπέρα.
Μετά τον χρυσό αιώνα του Περικλή και τα ελληνιστικά χρόνια, τι έχει επιδείξει η χώρα μας; Τι βρίσκεται στις προθήκες των μουσείων μας και στις μπροσούρες του Ελληνικού τουρισμού; Δεν κάναμε τίποτα τους τελευταίους 20 αιώνες; Ήταν τόσο καταλυτικά τα 400 χρόνια υποδούλωσης ώστε να μην έχουμε να αντιπαραβάλλουμε τίποτα στον Διαφωτισμό, τη βιομηχανική επανάσταση, την τεχνολογική έκρηξη;
Έχουμε και παραέχουμε. Η χώρα δεν έμεινε στάσιμη. Αλλά επέλεξε τόσα χρόνια όπως επιλέγει και τώρα να μένει προσκολλημένη στην Αρχαία Ελλάδα. Εξαργυρώνουμε ακόμα την “καλή μας εποχή” ενώ είχαμε και έχουμε τη δυνατότητα να χτίσουμε πάνω σε αυτό.
Οφείλουμε να χτίσουμε. Όχι να κοιτάμε το οικοδόμημα της Αρχαίας Ελλάδας και απλά να καμαρώνουμε.
Η χώρα μας έχει έναν τεράστιο πολιτιστικό και φυσικό πλούτο, ο οποίος μπορεί να αποτελέσει εκκίνηση για την οικοδόμηση μίας σύγχρονης εικόνας με σεβασμό στο παρελθόν. Η τελετή έναρξης του Αθήνα 2004 είναι ένα τέτοιο οικοδόμημα. Αλλά ήταν απλά μια φωτοβολίδα. Όπως και όλοι οι Αγώνες, όπως αποδείχτηκε τα χρόνια που ακολούθησαν.

Τα λαμπρά παραδείγματα Ελλήνων του εξωτερικού

Και υπάρχουν και οι άλλοι. Αυτοί που κάνουν υπερήφανη την Ελλάδα στο εξωτερικό. Πράγματι στις ειδικότητές τους είναι πολύ καλοί και αναγνωρισμένοι. Πράγματι διεξάγουν πειράματα που μπορούν να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας. Αλλά ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις νιώθουμε την ανάγκη να υπερτονίσουμε την υπεροχή του συγκεκριμένου Έλληνα έναντι των άλλων.
Ο τάδε Έλληνας ερευνητής, ο καλύτερος επιστήμονας που διαθέτει το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ λέει το αντικειμενικό ρεπορτάζ στην τηλεόραση. Ναι ρε, γιατί δεν έχει άλλους 678 επιστήμονες το Χάρβαρντ από 60 άλλες χώρες.
Εκεί, να πούμε εμείς ότι ο δικός μας, ο Κωστάκης είναι που τους άνοιξε τα μάτια.
 
Δεν είναι ανάγκη να μιλάμε μόνο για τους Έλληνες και τους ομογενείς. Δεν είναι ανάγκη να αποθεώνουμε τον Ελληνικό Πολιτισμό χωρίς να σκεφτόμαστε τα λάθη μας. Δεν είναι ανάγκη να ξεχνάμε ας πούμε τον επεκτατισμό του Μεγάλου Αλεξάνδρου και την αιματηρή σκοπιά της εκστρατείας του ως την Ινδία, διδάσκοντας στα βιβλία της ιστορίας ότι έκανε εκστρατεία διάδοσης του Ελληνικού πολιτισμού. Δεν είναι ανάγκη να εθελοτυφλούμε μπροστά στις αδυναμίες μας, τις στιγμές που ηττηθήκαμε, τις στιγμές που λυγίσαμε.
Ποτέ δεν τον πήγαινα τον Θοδωρή Παπαλουκά, για πολλούς και διάφορους λόγους. Και ομολογώ ότι το πέρασμα από Μέγα Αλέξανδρο σε Θοδωρή Παπαλουκά είναι low point στην καριέρα μου. Αλλά ήταν ο μόνος που μετά την ήττα από την Ισπανία στο Ευρωπαϊκό του 2007 βγήκε και είπε το αυτονόητο. Αυτό που δεν άντεχαν να πουν συμπαίκτες, προπονητές και φυσικά ο αθλητικός Τύπος της χώρας. “ Τι να κάνουμε ρε παιδιά; Μας έχουν κερδίσει στα τελευταία 5 παιχνίδια. Είναι προφανώς καλύτερη ομάδα”.
Το να αναγνωρίζουμε τον καλύτερο είναι μια ποιότητα που μπορεί να μας κάνει πρώτους. Όταν το καταλάβουμε αυτό θα πάμε παραπέρα..

23.6.12

ΕΙΜΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ. Ε, ΚΑΙ;












Γεννήθηκα στην Ελλάδα. Οι παππούδες μου προέρχονται από ιστορικά μέρη και χαμένες πατρίδες. Θαυμάζω τους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους, λατρεύω τις φυσικές ομορφιές της Ελλάδας, βρίσκω πολύ διδακτική την ελληνική ιστορία γιατί πέρασε από διάφορα στάδια και κύματα, από πολλές καταστάσεις κατάλληλες για μελέτη. 
Ο ελληνικός πολιτισμός σε όλα του τα στάδια, είτε είναι αρχιτεκτονική, είτε ζωγραφική, θέατρο, είτε ποίηση και λογοτεχνία κρύβει διαμάντια. Σε όλες τις μορφές τέχνης μπορείς να βρεις σημαντικούς ανθρώπους. Θεωρώ την ελληνική γλώσσα εκ των ομορφότερων στον πλανήτη, καθώς η μουσικότητά της και ο πλούτος λέξεων την καθιστά φορέα πολιτισμού.
Ποτέ μου ωστόσο δεν κατάλαβα, τι σημαίνει η φράση “είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας”. Τι σημαίνει υπερηφάνεια; Είναι το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν έχει επιτελέσει ένα αξιόλογο έργο, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την αυτοεπιβεβαίωσή του. Επομένως περήφανος νιώθει όποιος έχει καταφέρει κάτι, μέσα από προσωπικό κόπο.
Το να νιώθεις περήφανος επειδή γεννήθηκες Έλληνας είναι κενό. Θα μπορούσες να είχες γεννηθεί στην Ιταλία, στο Περού ή την Μοζαμβίκη. Αυτό είναι ένα θέμα τύχης και πιθανοτήτων. Είναι σαν να λες “είμαι περήφανος που γεννήθηκα άντρας” ή “περήφανος που γεννήθηκα ξανθός”. Ε, και; Θέμα τύχης είναι αυτό.
Δεν προδίδει κάποια ικανότητα η εθνικότητά σου, εκτός αν πιστεύεις πως η μία φυλή είναι ανώτερη από την άλλη. Τότε, θα επιτρέψεις σε κάποιον άλλον που είναι πιο ισχυρός από σένα ή την εθνότητα που ανήκεις, να σε μειώσει ή ακόμη χειρότερα να σε εξαλείψει, γιατί δεν θα αποδέχεσαι την δική του “υπερηφάνεια” για την δική του βιολογική καταγωγή ή για το γεωγραφικό μέρος που έτυχε να γεννηθεί.
Η εθνική ταυτότητα δεν είναι παρά ένα κατασκεύασμα, μια φανταστική ταυτότητα η οποία εκλαμβάνεται ως πραγματική. Ο εθνικισμός αναπαράγει ένα κοινωνικό φαντασιακό, που είναι υπεύθυνο για πολλές κοινωνικές παθολογίες της εποχής μας. Επομένως, αρκεί να είσαι περήφανος επειδή πέτυχες κάτι, είτε πήρες το πτυχίο σου, είτε πήρες προαγωγή στην δουλειά σου, είτε δημιούργησες\ανακάλυψες οτιδήποτε. Για όλα τα υπόλοιπα πράγματα να είσαι ευτυχής. Ευτυχής επειδή έχεις την υγειά σου, ευτυχής λόγω ότι παραμένεις άνθρωπος, ευτυχής αν θες, επειδή γεννήθηκες σε μια χώρα που δεν περνάει πχ. επιδημίες και βομβαρδισμούς.
Ο Βertrand Russel έλεγε πως πατριωτισμός είναι η προθυμία να σκοτώσεις και να σκοτωθείς για ασήμαντη αφορμή. Ο Orwell ότι εθνικισμός είναι η δίψα για εξουσία ενισχυμένη από αυταπάτες. Ενώ ο νομπελίστας συγγραφέας Albert Camus τόνιζε ότι “αγαπώ υπερβολικά την χώρα μου για να είμαι εθνικιστής”.
Επομένως, οτιδήποτε δεν προγραμματίζεται, αλλά αποτελεί βιολογική ζαριά, δεν μπορεί για κανέναν σκεπτόμενο άνθρωπο, να αποτελεί λόγο περηφάνειας. Η οποιαδήποτε ψυχοπαθολογία δεν γίνεται να καμουφλάρεται -δήθεν- με σημαίες ιδανικών.

πηγή : strange journal 

16.5.12

Tα είπαμε τελικά και στο Skype.




Μαμά, μην κλαις, θα τα λέμε στο «skype»...


Παλιά μετανάστευαν εξαιτίας της ανέχειας. Κουβαλούσαν τις αναμνήσεις τους σαν ξόρκια για τους δράκους της ξενιτιάς κι έσερναν εκτός από τους ταπεινούς τους μπόγους πιότερο την υπόσχεση για επιστροφή..



Νοσταλγία για μια αγαπημένη όπως ο Γιάννης του Μοθωνιού για μια Μελαχρώ ιστορημένη από τον Παπαδιαμάντη. Μια υπόσχεση σαν αυτή με την οποία έκλεινε το «Διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή: «Και θα τη φκιάσουμε έτσι και μια πατρίδα για μας - εκεί στην πατρίδα μας την Ελλάδα».
Τώρα φεύγουν οργισμένοι. Στις βαλίτσες κουβαλάνε τα πτυχία τους, βουβό θυμό κι ένα δακρυσμένο άι σιχτίρ για την πατρίδα που τους αποβάλλει σαν ανεπιθύμητα μπάσταρδα. Φεύγουν νέοι με μεταπτυχιακά αλλά και απελπισμένοι μεσήλικες. Οπως ο γιατρός, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, που πήγε στην Αγγλία αγανακτισμένος με όσα βίωνε στα ελληνικά νοσοκομεία. Σαν την Ξένια που γύρισε δυο φορές την Ευρώπη και τώρα ζει ως περιζήτητη εργαζόμενη στη Ζυρίχη πριν ακόμη γίνει 25 χρονών. Αριστη στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, για τους Ελβετούς. Η πατρίδα της όμως της έκοβε την ανάσα με λαβή επιδέξιου στραγγαλιστή.
Αναχωρούν όχι πια για ταξίδι με φτηνό αεροπορικό εισιτήριο. Η γενιά της ξέφρενης ανεμελιάς συνετρίβη κατά την προσγείωση στην πραγματικότητα. Φεύγουν νιώθοντας τυχεροί αν καταφέρουν και βρουν χώρα υποδοχής: μηχανικοί και επαγγελματίες από τον χώρο της υγείας, λογιστές και φοροτεχνικοί, ναυπηγοί και αρχιτέκτονες, γεωπόνοι και χημικοί, κτηνίατροι και φυσιοθεραπευτές, τεχνολόγοι πυρηνικής ιατρικής και οδοντίατροι, λογοθεραπευτές και μαίες, μηχανικοί αυτοκινήτων και συγκολλητές, κλειδαράδες και χτίστες, ξυλουργοί και υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι και ψυκτικοί. Κάθε οικογένεια και ένας μετανάστης.
Παρηγορούν τους δικούς τους «μην κλαις, βρε μαμά, θα μιλάμε στο σκάιπ». Η θέση όμως στο κυριακάτικο τραπέζι θα είναι άδεια. Σε πέντε ηλεκτρονικά λεπτά τι να πεις; Για ποιο καημό, ποιο όνειρο και πόνο, πώς να τσουγκρίσεις το ποτήρι στη χαρά;
Θα περιμένουν όλοι το καλοκαίρι. Αν η εταιρεία δώσει άδεια. Αλλά ποιος τα σκέφτεται αυτά τώρα που στο μυαλό υπάρχει το σχέδιο -και η όποια ευκαιρία- για δραπέτευση. Γιατί το πατρώο χώμα είναι ειρκτή, κυρίως για τους αθώους. Οι άλλοι μια ζωή θα ξεφεύγουν.
Τώρα στα αεροδρόμια οι συγγενείς δεν κουνάνε πια μαντήλια κι αυτοί που φεύγουν αφήνουν σε όσους μένουν μοναχά τις ελπίδες. Πως όταν περάσουν τα χρόνια ενδέχεται να ξεθυμάνει ο θυμός, θα στραγγίσει το ξίδι, θα μείνει μόνο η γλύκα στιγμών με συγγενείς και φίλους, ομορφιές και γοητείες των αισθήσεων, θερινές τζιτζικοκραυγές ξεγνοιασιάς.
Ποιες λέξεις άραγε και ποια χρώματα θα περιγράφουν το περιεχόμενο της νοσταλγίας του μέλλοντος; Παπαδιαμαντικές «ελάτε, παιδιά, να τραγ'δήστε» ή του Χατζή «...κι ας είναι λίγο για την Ελλάδα»;

πηγή : http://www.ethnos.gr/entheta.asp?catid=25862&subid=2&pubid=63608447

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝΕ ΚΑΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝΕ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΝΕ ΕΔΩ

ShareThis