1.1.14

Κάτι Άλλο.


Διάβασε , δεν είναι αυτό που νομίζεις.





Νιώθω σαν κόνσερβα με σαρδέλες, είπε. Νιώθω σαν έμπλαστρο, είπα. Νιώθω σαν σάντουιτς με τόνο, είπε. Νιώθω σαν τομάτα κομμένη σε φέτες, είπα. Νιώθω σαν νά’ρχεται βροχή, είπε. Νιώθω σαν να σταμάτησε το ρολόι, είπα. Νιώθω σαν η πόρτα νά’ναι ξεκλείδωτη, είπε. Νιώθω σαν ένας ελέφαντας να μπαίνει μέσα, είπα. Νιώθω σαν να πρέπει να πληρώσουμε το νοίκι, είπε. Νιώθω σαν να πρέπει να βρούμε καμιά δουλειά, είπα. Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπε. Νιώθω σαν να μη θέλω να δουλέψω, είπα. Νιώθω σαν να μη νοιάζεσαι για μένα, είπε. Νιώθω σαν να πρέπει να κάνουμε έρωτα, είπα. Νιώθω σαν να παρακάνουμε έρωτα, είπε. Νιώθω σαν να πρέπει να κάνουμε περισσότερο έρωτα, είπα. Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπε. Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπα. Νιώθω σαν να θέλω ένα ποτό, είπε. Νιώθω σαν να θέλω λίγο ουίσκι, είπα. Νιώθω σαν να καταλήγουμε σε κρασί, είπε. Νιώθω σαν να’χεις δίκιο, είπα. Νιώθω σαν να παραδίνομαι, είπε. Νιώθω σαν να χρειάζομαι ένα μπάνιο, είπα. Νιώθω σαν να χρειάζεσαι ένα μπάνιο, είπε. Νιώθω σαν να πρέπει να σαπουνίσεις την πλάτη μου, είπα. Νιώθω σαν να μην μ’αγαπάς, είπε. Νιώθω σαν να σ’αγαπώ, είπα. Νιώθω αυτό το πράγμα μέσα μου τώρα, είπε. Νιώθω αυτό το πράγμα μέσα σου κι εγώ, είπα. Νιώθω σαν να σ’αγαπώ τώρα, είπε. Νιώθω σαν να σ’αγαπώ εγώ πιο πολύ απ’ό,τι εσύ εμένα, είπα. Νιώθω υπέροχα, είπε. Νιώθω σαν να θέλω να ουρλιάξω. Νιώθω σαν να θέλω να συνεχίσω για πάντα, είπα. Νιώθω σαν να μπορείς, είπε. Νιώθω, είπα. Νιώθω, είπε. ντουζ Μας αρέσει να κάνουμε ντουζ στη συνέχεια (θέλω το νερό πιο ζεστό από κείνη) και το πρόσωπό της είναι πάντα απαλό και ήρεμο και θα με σαπουνήσει πρώτη θα απλώσει τον αφρό στ’ αρχίδια μου θα τα σηκώσει θα τα ζουλίξει μετά θα σαπουνίσει τον πούτσο: ‘Ε, αυτό εδώ είναι ακόμα σκληρό’ ύστερα θα πιάσει όλες τις τρίχες κάτω εκεί, την κοιλιά, την πλάτη, το λαιμό, τα πόδια, χαμογελώ με ευχαρίστηση κι ύστερα τη σαπουνίζω εγώ… πρώτα το μουνί στέκομαι πίσω της, ο πούτσος μου στα μάγουλα του πισινού της σαπουνίζω απαλά τις τρίχες του μουνιού, την σαπουνίζω εκεί με απαλές κινήσεις, παραμένω ίσως περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, κι ύστερα ασχολούμαι με το πίσω των ποδιών, τον κώλο, την πλάτη, το λαιμό, την γυρίζω απ΄την άλλη, τη φιλώ, σαπουνίζω τα στήθη, την πιάνω εκεί και πιο κάτω στην κοιλιά, το λαιμό, το μπροστινό των ποδιών, τους αγκώνες, τις πατούσες, κι ύστερα το μουνί, άλλη μια φορά, για γούρι. ακόμα ένα φιλί και βγαίνει πρώτη, σκουπίζεται, μερικές φορές τραγουδά καθώς εγώ παραμένω, γυρίζω το νερό στο πιο ζεστό, νιώθοντας τις καλές στιγμές του θαύματος της αγάπης ύστερα βγαίνω είναι συνήθως απόγευμα και ήσυχα, και καθώς ντυνόμαστε συζητάμε τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε, αλλά το να είμαστε μαζί λύνει τα περισσότερα θέματα, στην ουσία τα λύνει όλα μια και όσο αυτά τα θέματα παραμένουν λυμένα στην ιστορία της γυναίκας και του άνδρα, είναι διαφορετικά για τον καθένα, για άλλους χειρότερα, για άλλους καλύτερα, για μένα, είναι αρκετά θαυμάσιο να θυμάμαι τις παρελάσεις των στρατών και τα άλογα να περπατούν στον δρόμο τις αναμνήσεις του πόνου και της ήττας και της δυστυχίας: Λίντα, εσύ μου το πρόσφερες, όταν το πάρεις πίσω κάντο αργά κι αβίαστα κάντο σαν να πεθαίνω ενώ κοιμάμαι παρά ενώ είμαι ξύπνιος αμήν.

 Τσάρλς Μπουκόφσκι

17.12.13

Ψάρεμα από το νέτ ,εορταστικό.




Μια πολύ καλή μου φίλη, μου είχε πει ότι μερικά κείμενα πρέπει να τα έχουμε στο κομοδίνο μας και κάθε βράδυ πριν κοιμηθούμε να τους ρίχνουμε μια ματιά ....Αυτό που θα διαβάσετε είναι ένα από αυτά!!
Από 9 ετών κατάλαβα ότι η υγεία και η ζωή δεν είναι δεδομένα στη ζωή, όταν ένα πρωινό, στην τρίτη δημοτικού, η μητέρα μου έπαθε εγκεφαλικό. Ξαφνικά, το σπίτι βρέθηκε ακέφαλο, ο πατέρας μου μαγείρευε φασολάδες και η μητέρα μου, στο νοσοκομείο, έδινε μάχη για την υγεία της ενώ εμείς προσπαθούσαμε, φοβισμένες από τη συγκλονιστική αλλαγή, να συγκεντρωθούμε στα μαθήματά μας.
Αυτό ήταν το πρώτο μάθημα που πήρα για τις αλλαγές δεδομένων στη ζωή.
Όλοι οι Έλληνες της δικής μας γενιάς πήραμε τα πρόσφατα χρόνια άλλα μαθήματα για το τι είναι δεδομένο στη ζωή: ούτε η οικονομία της χώρας μας, ούτε το σπίτι μας, ούτε η δουλειά μας, ούτε η σύνταξη των γονιών μας αποδείχτηκαν «σιγουράκια». Τη μια στιγμή έχεις χρήματα, την άλλη πρέπει να διαλέξεις αν θα πληρώσεις την εφορία ή το σούπερ μάρκετ. Τη μια στιγμή ένας φίλος είναι εδώ, την άλλη, έχει φύγει να ζήσει στο εξωτερικό για πάντα!
Τελικά, ίσως θα ήταν καλό να μαθαίναμε από τα 14 ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Καλά, για την υγεία, δεν το συζητώ, ας είμαστε ευγνώμονες που την έχουμε.
Αλλά μήπως και τόσοι άνθρωποι δεν θεωρούνται δεδομένοι από το σύντροφό τους; Όλα ξεκινάνε από ένα μεγάλο έρωτα ή ενθουσιασμό και καταλήγουν να θεωρούν τον άλλο «δεμένο γάιδαρο», ώσπου ο «γάιδαρος» γίνεται «πουλί» και πετάει και ο σύντροφος πέφτει από τα σύννεφα.
«Ποιος; Ο Γιώργος; Ούτε γυρίζει να κοιτάξει άλλη γυναίκα!» Ναι γιατί έχει παράλληλη σχέση με δύο. «Η Μαρία; Κορώνα στο κεφάλι της έχει τον Νίκο!» Μόνο που έχει για εραστή τον κουμπάρο.
Είναι πια δεδομένο ότι θα πάρεις σύνταξη στην εταιρία που προσλήφθηκες κάποτε; Όχι, αφού, κατά μέσο όρο μπορεί να αλλάξεις και 5 επαγγέλματα στη ζωή σου. Το φανταζόσουν όταν σπούδαζες στη Φιλοσοφική;
Τίποτα δεν είναι δεδομένο ούτε οι άνθρωποι, ούτε οι δουλειές, ούτε οι οικονομίες μας, ούτε οι φίλοι, ούτε η υγεία, ούτε ο καφές της Κυριακές.
Αυτό, τώρα τι σημαίνει; Να κρατάμε «πισινή» ή «καβάτζες» φτιάχνοντας με το νόμο των πιθανοτήτων μια λίστα από όσα μπορούν να πάνε στραβά;
Ίσως το μάθημα να είναι ακριβώς το αντίθετο. Να εκτιμάμε ό,τι έχουμε τη μέρα που το έχουμε, όσο το έχουμε. Να εκτιμάμε την υγεία μας, τους ανθρώπους μας – φίλους και συγγενείς – το όποιο μεροκάματο, τη μέρα της λιακάδας, το Κυριακάτικο φαγητό με την οικογένειά μας, το σπίτι για το οποίο πληρώνουμε φόρους, τον έρωτά μας.
Όλα αξίζουν την προσοχή μας. Δίνοντάς τους σημασία όταν τα ζούμε ή όταν τα έχουμε, αυξάνουμε την ένταση της ικανοποίησης που νιώθουμε από την εμπειρία αυτή. Μην τα αφήνουμε να περνάνε στο «ντούκου» επειδή εγωιστικά πιστεύουμε ότι είναι αυτονόητα. Μπορεί να είναι μας, όχι όμως για τις συμπτώσεις και για τα γεγονότα της ιστορίας, της οικογένειας, της σχέσης μας. Αν ήταν αυτονόητα και δεδομένα δεν θα άλλαζαν ποτέ.
Όμως, η ζωή μας ταράζει με τις αλλαγές της. Μας γυρνάει σα σβούρα, σαν να φάγαμε ένα χαστούκι. Ίσως, μας φέρνει και απροσδόκητα καλά. Όμως οι δυσάρεστες ανατροπές είναι δεδομένες
Επομένως, για να το εκφράσω θετικά, από εμάς εξαρτάται σε ποιες στιγμές, εμπειρίες, ή πρόσωπα γυρνάμε το βλέμμα ή την καρδιά μας. Όταν τα έχουμε ή όταν τα ζούμε ας νιώσουμε πόσο πολύτιμα είναι σήμερα. Αύριο ίσως δεν υπάρχουν.

22.7.13

θ'ανατέλλω κουφάλες:         Ο νάρκισσος πεθαίνει από το είδωλό του.

θ'ανατέλλω κουφάλες:         Ο νάρκισσος πεθαίνει από το είδωλό του.

         Ο νάρκισσος πεθαίνει από το είδωλό του, ανίδεοι    Στις 21 Iουλίου(την κυριακή που μας πέρασε) η νεο-ναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή...


Συνέχεια εδώ : Πάτα το λίνκ που δείχνει το βελάκι ----->  ΠΑΤΑ ΕΔΩ !

17.10.12

Facebook (Greece). True stories

Αλίευση και δημοσίευση :





Στις 10.00 ήταν εκεί. Και στις 11.00 ήταν εκεί. Και στις 12.00 εκεί θα ‘ναι. Τον βλέπεις. Το στίγμα του. Τα likes που «χτυπάει» σε φίλους και γνωστούς. Τα βίντεο που ποστάρει. Τα σκορ και τις πίστες που περνάει τη μία μετά την άλλη. Bubble Witch Saga 68, Bubble Witch Saga 69, χαρίζει «ζωούλες», βοηθάει στην «ανοικοδόμηση» κάστρων στο Castleville, στέλνει «καλημέρες».

Για λίγο χάνεται. Μπορεί να τσεκάρει τα e-mails του, κάποια απάντηση, ίσως, από τα εξακόσια βιογραφικά που έστειλε, αλλά τίποτα.

Σε βλέπει κι εκείνος. Like από ‘δω, like κι από εκεί, like και παραπέρα. Μόνο likes. Δεν σου μιλάει. Φοβάται. Δύο πράγματα: μην του ζητήσεις δουλειά, ακόμη και ένα «έχε με στο νου σου», τον τρομοκρατεί και μετά να παραδεχτεί ότι είναι  κι εκείνος άνεργος. Δεν έχει σημασία που οι άλλοι 450 φίλοι του στο Face είναι άνεργοι ή απλήρωτοι ή και τα δύο ή ακόμη χειρότερα δουλεύουν απλήρωτοι για μήνες. Όχι. Όταν το παραδέχεται φωναχτά, για την ακρίβεια γραπτά, - ένα μήνυμα στο inbox είναι κάτι που μπορεί να μη διαγράψεις και ποτέ -, πονάει περισσότερο.

Και μετά είναι και οι πιθανές απαντήσεις του παραλήπτη σε μία τέτοια παραδοχή. «Υπομονή», «κουράγιο», «κάτι θα γίνει», «κι αυτό θα περάσει», «ο καλός δεν χάνεται» είναι ατάκες λοβοτομής. Και μετά όλα εκείνα τα"πιλάφια" αυτοβοήθειας για ανέργους, όλα εκείνα τα spam mail για «ημέρες καριέρας», «σεμινάρια δημιουργητικότητας», «δεύτερες ευκαιρίες»...Τα έχει ακούσει  όλα τόσες φορές, όταν τα βλέπει και γραμμένα, ζαλίζεται, ανακατεύεται, δεν θέλει.

Γιατί μπαίνει; Γιατί μένει τόσες ώρες; Για να μη νιώθει μόνος; Αφού φοβάται. Δεν θέλει επαφές. Δεν πειράζει. Ο κόσμος εξακολουθεί να κινείται στην μπάρα κύλισης του Face. Κάτι είναι κι αυτό. Η ελπίδα σε κόκκινα τετραγωνάκια στα «μηνύματα», στις «ειδοποιήσεις» και στα “friend requests”.

Δεν είναι ότι κατασκοπεύει παλιούς φίλους, γνωστούς και συναδέλφους, δεν είναι επιλογή, του ‘γινε, όμως, συνήθεια. Παλιά, ξυπνούσε, έπινε καφέ, ντυνόταν βιαστικά και έφευγε για δουλειά. Τώρα λείπουν τα δύο τελευταία και κρατιέται από τις ζωές των άλλων που όσο πάει, όμως, μοιάζουν με τη δική του.

Προσπαθεί να μην απελπίζεται, να μη «σκαλώνει» σε ηλίθιες συμβουλές, -«βγες, ντύσου, πήγαινε μια βόλτα!»- (πού να πάει, μεγάλε μου, πόσες βόλτες να πάει πια, πόσο να γυρίσει και με τι λεφτά;), προσπαθεί να βρει κάτι ατακαδόρικο να ποστάρει, που, όμως, να ‘ναι και ανώδυνο, μην ανοίξει μεγάλο πατιρντί στα σχόλια, μην εκτεθεί, μην υπάρξει χαραμάδα να δουν οι άλλοι στη ζωή του.

Κάποιες μέρες μελαγχολεί, «ανεβάζει» τραγούδια απ’ το "You Tube" το ένα «καπάκι» με τ’ άλλο, πεθαίνει – καίγεται για λίγα likes παραπάνω,αποδοχή το λένε στην κανονική ζωή και εκεί άμα δεν την έχει πάντα, μπορεί και σκασίλα του, εδώ τον πειράζει, τον ενοχλεί, πότε πότε τον εξαγριώνει.

Άλλες μέρες, έχει κέφια, κάνει σχόλια, γράφει κατεβατά, νιώθει ότι συμμετέχει, μαθαίνει νέα και μετά ένα σχόλιο, ένα άθλιο emoticon αποδοκιμασίας μέσα στον μικρόκοσμο του ψηφιακού Χουλκ, τον γκρεμίζει απ’ την καρέκλα. Το δωμάτιο του πέφτει στενό, ξεφυσάει, γελάει με τον εαυτό του που τον ρίχνουν πράγματα που παλιότερα θα τα ξέχναγε στο επόμενο λεπτό, τώρα τα βλέπει «κρεμασμένα» στον «τοίχο» του και πρέπει να φανεί και γενναίος, να μην τα σβήσει.

Τον βλέπεις. Διαβάζει άρθρα, πηδάει από το ένα site στο άλλο, βιάζεται να «σβήσει» από το timeline του τα σκορ από τα παιχνίδια που έπαιξε, από τα καμένα groups που μπήκε από περιέργεια, μην προλάβει κανείς να μαντέψει πόσες άδειες ώρες γεμίζουν ένα δικό του 24ωρο «χωρίς προφανές αντικείμενο απασχόλησης», μαθαίνει νέα, η μία γέννησε, ο άλλος αρρώστησε, κάποιος πέθανε, κάποιος μπετόβλακας «κλαίει» διαδικτυακά κάποιον που δεν γνώρισε ποτέ.

Αλλάζει και ξαναλλάζει τη φωτογραφία του προφίλ του, τη διορθώνει, ανεβάζει παλμούς, όταν το “unfriend finder” του φτύνει στο πρόσωπο πόσοι του άδειασαν τη γωνιά σήμερα, τσακίζεται να καταλάβει αν τον «ξέκαναν» από φίλο ή απλώς, έκαναν κάτι που εκείνος κωλώνει: έσβησαν το προφίλ τους.

Η μέρα τελειώνει, κι αυτή η μέρα τελειώνει, θυμάται τη Ζατέλλη που σε μια συνέντευξη της έλεγε ότι «οι μέρες περνάνε, οι ώρες δεν περνάνε», κοιτάει δυο πτυχία κορνιζαρισμένα στον πραγματικό του τοίχο, φωτογραφίες από γραφεία που πέρασε, δουλειές που δούλεψε, συνάδελφοι, τι να ‘γιναν όλοι αυτοί;

«Περνάνε, όπως περνάω; Μαζεύουν στα κρυφά απλήρωτους λογαριασμούς από το γραμματοκιβώτιο και χάνονται στα κλεφτά στην εσωτερική σκάλα για να μην πέσουν μούρη με μούρη με τη διαχειρίστρια;».

Αν δεν ντρεπόταν, αν ήξερε πώς να μην ντρέπεται, ένας Θεός ξέρει ΓΙΑΤΙ ντρέπεται, θα σκανάριζε κανά δυο τέτοια και θα τα ‘τριβε στη μούρη της «φίλης» που ακόμη ανεβάζει φωτογραφίες από ακρογιαλιές και δειλινά με λεζάντες “halara potakia stin Oia” και 846 likes από κάτω. Δεν θα το κάνει, εννοείται.

Αυτό που ζει, δεν επιδέχεται ούτε share ούτε comments. Και όχι, δεν ζηλεύει. Και είναι ακόμη δυνατός. Για πόσο – ακόμη – δεν ξέρει. Θα το μάθει αύριο. Ανοίγοντας κόκκινα τετραγωνάκια ειδοποιήσεων και πληκτρολογώντας άγκιστρα και τριάρια σε όσους τον θυμούνται. Για ώρες. Για όλη τη μέρα. Μπροστά στο Facebook.

πηγή : --------->  http://www.lifo.gr/guests/heavydutygoldfish/33130


31.7.12

Είμαστε οι καλύτεροι στον κόσμο ?



πηγή :  http://www.oneman.gr/




Δεν είμαστε οι καλύτεροι στον κόσμο

Η Ελλάδα είναι η καλύτερη σε πολλά πράγματα. Όχι όμως σε όλα. Κι αυτό είναι - απ' ό,τι φαίνεται - πολύ δύσκολο να το αποδεχτούμε.


Είναι θεμιτό να κυνηγάς την πρωτιά, να την ποθείς και να την διεκδικείς μέχρις εσχάτων. Καμιά φορά όμως πρέπει να αποδέχεσαι και την πραγματικότητα. Ότι δεν είσαι πάντα ο καλύτερος. Για την ακρίβεια είσαι σπάνια ο καλύτερος. Ο ανταγωνισμός βλέπεις είναι μεγάλος.
Ας βάλουμε λίγο νερό στο κρασί μας. Ας αποδεχτούμε ότι η κορυφή του Έβερεστ δεν έχει θέση μόνο για έναν και μάλιστα Έλληνα αλλά για πολλούς. Και ενίοτε χρειάζεται να κατέβουμε εμείς από την κορυφή για να ανέβει κάποιος άλλος. Γιατί είναι το αποτέλεσμα της δουλειάς που έχει κάνεις ως κράτος ή άτομο. Ή πολύ πιο απλά επειδή είναι η σειρά του.
Το γράφω αυτό με αφορμή την Τελετή Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων και την αγωνία στα Social Media να βροντοφωνάξουμε ότι η δική μας τελετή ήταν καλύτερη. Που ναι, ήταν πολύ καλύτερη η δική μας. Αλλά ομολογώ ότι δεν ξέρω αν την ονομάζω καλύτερη ως αντικειμενικός κριτής ή με τον ίδιο τρόπο που μια μάνα βλέπει πιο όμορφο το παιδί της.
Το πρόβλημα είναι ότι σαν έθνος έχουμε πάντα την ανάγκη να συγκρίνουμε εαυτούς και να αυτο-ανακηρυσσόμαστε πρώτοι. Κι αυτό είναι κάτι που με ενοχλεί.
 
Πιθανότατα σε μια κουβέντα που κάποιος θα έπαιρνε το μέρος των Βρετανών, να έπαιρνα εγώ την ασπίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και να εφορμούσα ως γνήσιος πατριώτης. (Έτσι δεν κάνει άλλωστε ο άνθρωπος πολύ συχνά; Μπροστά σε έναν φονταμενταλιστή πατριώτη παίρνει το μέρος του αδυνάτου και τούμπαλιν.) Ήταν όμως τέτοιο το μένος για την τελετή, που είπα να πάρω το μέρος – όχι των Άγγλων – αλλά όλων των άλλων.
Είμαι πατριώτης και Ελληνάρας και εθνικιστής όταν χρειάζεται. Ριζοσπαστικός, αδιάλλακτος και πεισματάρης. Αλλά απολαμβάνω ιδιαίτερα εκείνες τις ανθρώπινες στιγμές που ο καθένας βάζει τον εγωισμό και τον πατριωτισμό του στην άκρη. Για να μην απαξιώσει την προσπάθεια κάποιου άλλου πολίτη του κόσμου, απλά και μόνο για να εξάρει το δικό του έργο.

Υπερήφανοι ως Έλληνες

Πάντα σε κάτι τέτοια περιστατικά θυμάμαι έναν συγκάτοικο που είχα στο Λονδίνο. Πηγαίναμε σε μια pub να παίξουμε μπιλιάρδο και λησμονούσε τα Λαδάδικα. Κάναμε βόλτα στον Τάμεση και μου έδειχνε φωτογραφίες από τον Άλιμο. Τρώγαμε sunday roast σε ένα εστιατόριο και αποθέωνε τα σουβλάκια. Βλέπαμε Gordon Ramsey στην τηλεόραση και μου μίλαγε για τις συνταγές της Τασίας. Μόνο στο Old Trafford δεν γύρισε να μου πει ότι του λείπει το Καυταντζόγλειο.
Μας αρέσει να μιλάμε για τα δικά μας πράγματα, τους δικούς μας ανθρώπους και τα δικά μας επιτεύγματα. Να λέμε ότι οι παραλίες μας είναι οι πιο ωραίες στον κόσμο, να λέμε ότι οι μαθηματικοί μας είναι οι πιο προηγμένοι στον κόσμο, να λέμε ότι η κουζίνα μας είναι η καλύτερη στον κόσμο, να λέμε ότι οι δικοί μας αγώνες ιστορικά ήταν ανώτεροι από των άλλων λαών και η δική μας ελευθερία πιο τιμημένη και πονεμένη από των άλλων.
Απαξιώνοντας τους άλλους δεν κερδίζουμε τίποτα
 
Είναι λάθος και μάλιστα πολύ σοβαρό να θεωρούμε ότι ένας λαός δεν έχει ιστορία, δεν έχει μνήμη, δεν έχει ικανότητες και φωτεινές εξαιρέσεις. Η Ελλάδα είναι η γενέτειρα του πολιτισμού και των επιστημών. Και ως τέτοια οφείλουν όλες οι χώρες του κόσμου να την σέβονται. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει εμείς ως Έλληνες να απαξιώνουμε την όποια ιστορία των Αμερικανών, των Γερμανών, πόσο μάλλον των Κινέζων, των Αιγυπτίων και εν προκειμένω των Βρετανών. Όποια κι αν είναι αυτή η μακρόχρονη ή βραχεία ιστορία τους.
Το να υπερηφανεύεσαι για τον τόπο σου είναι θεμιτό και στοιχείο παιδείας και πολιτισμού. Η Ελλάδα άλλωστε δημιούργησε κάτι μοναδικό. Δημιούργησε το αμάξωμα για να στηθεί πάνω του ένα παγκόσμιο αυτοκίνητο. Με μηχανή από την Ευρώπη, πόρτες από την Ασία, παράθυρα από την Αμερική και φινίρισμα από την Αφρική. Αν δεν υπήρχαν οι υπόλοιποι λαοί, ίσως είχαμε μείνει με το αμάξωμα. Κι αυτό είναι κάτι που δεν το κατανοούμε και δύσκολα το δεχόμαστε.

Ένα σκονισμένο λάβαρο που το λένε Αρχαία Ελλάδα

Όταν εμείς ανακαλύπταμε την φυσική, οι άλλοι ήταν ακόμα στα δέντρα. Ναι. Υπήρξε εποχή που ήμασταν ο ομφαλός τη γης. Που ήμασταν οι πρώτοι και καλύτεροι. Που οι άλλοι δεν τολμούσαν να κατέβουν από τα δέντρα γιατί δεν μπορούσαν να μας συναγωνιστούν σε κανένα απολύτως επίπεδο. Κατέβηκαν όμως από τα δέντρα. Και τίμησαν και τιμούν τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό με μαθήματα στα πανεπιστήμιά τους, με αναφορές στην ιστορία τους, με την αδιάκοπη τουριστική εμμονή με την Ελλάδα, τον Παρθενώνα και όσα έχει αυτός ο τόπος να επιδείξει. Οφείλουμε όμως να προχωρήσουμε παραπέρα.
Μετά τον χρυσό αιώνα του Περικλή και τα ελληνιστικά χρόνια, τι έχει επιδείξει η χώρα μας; Τι βρίσκεται στις προθήκες των μουσείων μας και στις μπροσούρες του Ελληνικού τουρισμού; Δεν κάναμε τίποτα τους τελευταίους 20 αιώνες; Ήταν τόσο καταλυτικά τα 400 χρόνια υποδούλωσης ώστε να μην έχουμε να αντιπαραβάλλουμε τίποτα στον Διαφωτισμό, τη βιομηχανική επανάσταση, την τεχνολογική έκρηξη;
Έχουμε και παραέχουμε. Η χώρα δεν έμεινε στάσιμη. Αλλά επέλεξε τόσα χρόνια όπως επιλέγει και τώρα να μένει προσκολλημένη στην Αρχαία Ελλάδα. Εξαργυρώνουμε ακόμα την “καλή μας εποχή” ενώ είχαμε και έχουμε τη δυνατότητα να χτίσουμε πάνω σε αυτό.
Οφείλουμε να χτίσουμε. Όχι να κοιτάμε το οικοδόμημα της Αρχαίας Ελλάδας και απλά να καμαρώνουμε.
Η χώρα μας έχει έναν τεράστιο πολιτιστικό και φυσικό πλούτο, ο οποίος μπορεί να αποτελέσει εκκίνηση για την οικοδόμηση μίας σύγχρονης εικόνας με σεβασμό στο παρελθόν. Η τελετή έναρξης του Αθήνα 2004 είναι ένα τέτοιο οικοδόμημα. Αλλά ήταν απλά μια φωτοβολίδα. Όπως και όλοι οι Αγώνες, όπως αποδείχτηκε τα χρόνια που ακολούθησαν.

Τα λαμπρά παραδείγματα Ελλήνων του εξωτερικού

Και υπάρχουν και οι άλλοι. Αυτοί που κάνουν υπερήφανη την Ελλάδα στο εξωτερικό. Πράγματι στις ειδικότητές τους είναι πολύ καλοί και αναγνωρισμένοι. Πράγματι διεξάγουν πειράματα που μπορούν να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας. Αλλά ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις νιώθουμε την ανάγκη να υπερτονίσουμε την υπεροχή του συγκεκριμένου Έλληνα έναντι των άλλων.
Ο τάδε Έλληνας ερευνητής, ο καλύτερος επιστήμονας που διαθέτει το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ λέει το αντικειμενικό ρεπορτάζ στην τηλεόραση. Ναι ρε, γιατί δεν έχει άλλους 678 επιστήμονες το Χάρβαρντ από 60 άλλες χώρες.
Εκεί, να πούμε εμείς ότι ο δικός μας, ο Κωστάκης είναι που τους άνοιξε τα μάτια.
 
Δεν είναι ανάγκη να μιλάμε μόνο για τους Έλληνες και τους ομογενείς. Δεν είναι ανάγκη να αποθεώνουμε τον Ελληνικό Πολιτισμό χωρίς να σκεφτόμαστε τα λάθη μας. Δεν είναι ανάγκη να ξεχνάμε ας πούμε τον επεκτατισμό του Μεγάλου Αλεξάνδρου και την αιματηρή σκοπιά της εκστρατείας του ως την Ινδία, διδάσκοντας στα βιβλία της ιστορίας ότι έκανε εκστρατεία διάδοσης του Ελληνικού πολιτισμού. Δεν είναι ανάγκη να εθελοτυφλούμε μπροστά στις αδυναμίες μας, τις στιγμές που ηττηθήκαμε, τις στιγμές που λυγίσαμε.
Ποτέ δεν τον πήγαινα τον Θοδωρή Παπαλουκά, για πολλούς και διάφορους λόγους. Και ομολογώ ότι το πέρασμα από Μέγα Αλέξανδρο σε Θοδωρή Παπαλουκά είναι low point στην καριέρα μου. Αλλά ήταν ο μόνος που μετά την ήττα από την Ισπανία στο Ευρωπαϊκό του 2007 βγήκε και είπε το αυτονόητο. Αυτό που δεν άντεχαν να πουν συμπαίκτες, προπονητές και φυσικά ο αθλητικός Τύπος της χώρας. “ Τι να κάνουμε ρε παιδιά; Μας έχουν κερδίσει στα τελευταία 5 παιχνίδια. Είναι προφανώς καλύτερη ομάδα”.
Το να αναγνωρίζουμε τον καλύτερο είναι μια ποιότητα που μπορεί να μας κάνει πρώτους. Όταν το καταλάβουμε αυτό θα πάμε παραπέρα..

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝΕ ΚΑΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝΕ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΝΕ ΕΔΩ

ShareThis